Μετάβαση στο περιεχόμενο

crossing

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
crossing crossings

crossing (en)

  1. η διάβαση, ένα μέρος όπου μπορώ να διασχίσω με ασφάλεια έναν δρόμο, ένα ποτάμι κτλ., ή από τη μια χώρα στην άλλη
    παράδειγμα  a pedestrian crossing - διάβαση πεζών
  2. η διάβαση, η διέλευση, η ενέργεια του να διαβαίνω/διέρχομαι/περνάω
    παράδειγμα  Crossing the desert comes with many dangers.
    Η διάβαση της ερήμου έχει πολλούς κινδύνους.
    παράδειγμα  Crossing is prohibited.
    Απαγορεύεται η διάβαση.
    παράδειγμα  Crossing of the bridge is not allowed for heavy vehicles.
    Δεν επιτρέπεται η διέλευση βαρέων οχημάτων από τη γέφυρα.

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

crossing (en)