Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό dûs
θηλυκό due dues

(fr)

  1. που οφείλεται σε κάποιον
  2. που οφείλεται σε κάτι που το έχει προκαλέσει

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

(fr) αρσενικό

  1. η οφειλή, το χρέος