debauched
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | debauched |
| συγκριτικός | more debauched |
| υπερθετικός | most debauched |
Επίθετο
[επεξεργασία]debauched (en)
- ακόλαστος, για ένα άτομο που δεν είναι ηθικό στη σεξουαλική του συμπεριφορά, πίνει πολύ αλκοόλ, παίρνει ναρκωτικά κτλ.
a debauched old man - ένας ακόλαστος γέρος- ≈ συνώνυμα: debaucherous