Μετάβαση στο περιεχόμενο

defensively

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός defensively
συγκριτικός more defensively
υπερθετικός most defensively

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
defensively < defensive + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

defensively (en)

  • αμυντικά
    παράδειγμα  The team must play defensively.
    Η ομάδα πρέπει να παίξει αμυντικά.