dense

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

dense (en)

  1. πυκνός (για σώματα με μεγάλη πυκνότητα)
  2. πυκνός(για πληθυσμό)
  3. δύσκολος να τον διαπεράσεις
  4. αδιαφανής
  5. δυσνόητος
  6. για άτομο χαμηλής νοημοσύνης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /dɑ̃s/
dense 

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
dense denses

dense (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. πυκνός



Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

dense < dens- + -e

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

dense (eo)