domn

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική-αιτιατική domn domni
έναρθρο domnul domnii
δοτική-αιτιατική domnului domnilor
κλητική domnule domnilor

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

domn (ro)

  1. κύριος
    buna ziua, domnule Popescu! - καλημέρα κύριε Ποπέσκου