dragon

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : Dragon

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dragon (en)

  1. o δράκοντας, ο δράκος
  2. είδος σαύρας



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

dragon 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
dragon dragons

dragon (fr) αρσενικό

  1. ο δράκος
  2. (αστρονομία) ο αστερισμός Δράκων
  3. (εραλδική) φανταστική μορφή που παριστάνει ένα δίποδο ερπετό