Μετάβαση στο περιεχόμενο

dry off

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας dry off
γ΄ ενικό ενεστώτα dries off
αόριστος dried off
παθητική μετοχή dried off
ενεργητική μετοχή drying off

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
dry off <  δείτε τις λέξεις dry και off

dry off (en)