dry off

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
ενεστώτας dry off
γ΄ ενικό ενεστώτα dries off
αόριστος dried off
παθητική μετοχή dried off
ενεργητική μετοχή drying off

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
dry off < → δείτε τις λέξεις dry και off

dry off (en)