Μετάβαση στο περιεχόμενο

duminică

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: duminicã, dumãnicã

Ρουμανικά (ro)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

duminică (ro) θηλυκό