Μετάβαση στο περιεχόμενο

endorse

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας endorse
γ΄ ενικό ενεστώτα endorses
αόριστος endorsed
παθητική μετοχή endorsed
ενεργητική μετοχή endorsing

endorse (en)