Μετάβαση στο περιεχόμενο

fetch

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας fetch
γ΄ ενικό ενεστώτα fetches
αόριστος fetched
παθητική μετοχή fetched
ενεργητική μετοχή fetching

fetch (en)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • go fetch: άντε φέρε