finto

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Italy.svg Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό finto finti
θηλυκό finta finte

finto (it)

  1. ψευδής, τεχνητός, απομίμηση
κλιτή μορφή του ρήματος
  1. παθητική μετοχή του προσποιείται