fishhook
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| fishhook | fishhooks |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- fishhook < μέση αγγλική fisch-hook < αγγλοσαξονική *fischōc. Μορφολογικά αναλύεται σε fish + hook.
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]fishhook (en)
- (αλιεία) το αγκίστρι για ψάρεμα
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη fishing hook
He carefully attached the bait to the fishhook before casting the line into the river.
Προσάρμοσε προσεκτικά το δόλωμα στο αγκίστρι πριν ρίξει την πετονιά στο ποτάμι.