Μετάβαση στο περιεχόμενο

fishhook

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
fishhook fishhooks

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
fishhook < μέση αγγλική fisch-hook < αγγλοσαξονική *fischōc. Μορφολογικά αναλύεται σε fish + hook.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈfɪʃˌhʊk/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

fishhook (en)

  • (αλιεία) το αγκίστρι για ψάρεμα
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη fishing hook
    παράδειγμα He carefully attached the bait to the fishhook before casting the line into the river.
         Προσάρμοσε προσεκτικά το δόλωμα στο αγκίστρι πριν ρίξει την πετονιά στο ποτάμι.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]