Μετάβαση στο περιεχόμενο

fishhook

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
fishhook fishhooks

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
fishhook < fish + hook

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

fishhook (en)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]