hook

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /hʊk/
ήχος (ΗΠΑ) 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
hook hooks

hook (en)

  1. γάντζος
  2. αγκίστρι
  3. (πληροφορική) κώδικας που επιτρέπει μια εφαρμογή να προσθέσει ο χρήστης της ώστε να τροποποιήσει τις λειτουργίες τις

Ρήμα[επεξεργασία]

hook (en)

  1. αγκιστρώνω
  2. γαντζώνω

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]