Μετάβαση στο περιεχόμενο

flammable

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός flammable
συγκριτικός more flammable
υπερθετικός most flammable

Επίθετο

[επεξεργασία]

flammable (en)

  • εύφλεκτος, που αναφλέγεται εύκολα
    παράδειγμα  flammable materials - εύφλεκτες ύλες