foil

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

foil (en)

  1. φύλλο μετάλλου

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

foil (en)

  1. αποτρέπω, αποκρούω, ματαιώνω (πχ. επιθετική ενέργεια ή κάποιον επιτεθεμένο)