foil

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

foil (en)

  1. φύλλο μετάλλου

Ρήμα[επεξεργασία]

foil (en)

  1. αποτρέπω, αποκρούω, ματαιώνω (πχ. επιθετική ενέργεια ή κάποιον επιτεθεμένο)