Μετάβαση στο περιεχόμενο

foresight

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
foresight < fore- + sight

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

foresight (en)