fouet

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

fouet < αρχαία γαλλική fou, « οξιά »

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fwɛ/
fouet 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
fouet fouets

fouet (fr) αρσενικό

  1. το μαστίγιο
  2. (συνεκδοχικά) το μαστίγωμα
    donner le fouet - μαστιγώνω
  3. το σκοινάκι
  4. (κουζίνα) το χτυπητήρι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]