fruitier
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]fruitier (en)
- συγκριτικός βαθμός του fruity
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | fruitier | fruitiers |
| θηλυκό | fruitière | fruitières |
fruitier (fr)
- οπωροφόρος
- σχετικός με τα φρούτα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| fruitier | fruitiers |
fruitier (fr) αρσενικό
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη fruit