fumetto

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

fumetto < υποκοριστικό του fumo (καπνός), που δείχνει το σύννεφο στο οποίο είναι γραμμένα τα λόγια που μιλούνται από τους χαρακτήρες του ίδιου κόμικ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

fumetto

  1. κόμικ - κινούμενα σχέδια
  2. (γαστρονομία) ζωμός ψαριού
  3. τύποςλικέρ