garum

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Italy.svg Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

garum < αρχαία ελληνική γάρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

garum

  1. (γαστρονομία) αλατισμένο νερό, στο οποίο συντηρούνται τρόφιμα (ψάρια, ελιές, λαχανικά κ.λπ.).
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: άλμη, σαλαμούρα
  2. (γαστρονομία) σάλτσα που παρασκευάζεται από μικρά ψάρια, εντόσθια ψαριών, λάδι και λεμόνι και κυρίως από την δίμηνη ζύμωση του γάρου