grivoiserie

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
grivoiserie < grivois

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
grivoiserie grivoiseries

grivoiserie (fr) θηλυκό

  1. η αθυροστομία
     συνώνυμα: gauloiserie, licence, paillardise
  2. ο αθυρόστομος λόγος
     συνώνυμα: cochonnerie, gaudriole, grossièreté

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]