grocery

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
grocery groceries

grocery (en)

  1. παντοπωλείο
  2. (συνήθως στον πληθυντικό) είδη παντοπωλείου