growth

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

growth (en)

  1. η αύξηση
  2. η (οικονομική) ανάπτυξη