hai

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιαπωνικά (ja) [επεξεργασία]

Μεταγραφή[επεξεργασία]

hai (rōmaji



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

hai (it)

  • δεύτερο ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής του ρήματος avere
    tu hai un problema: έχεις ένα πρόβλημα



Νορβηγικά (no) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hai (no)