hang together
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | hang together |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | hangs together |
| αόριστος | hung together |
| παθητική μετοχή | hung together |
| ενεργητική μετοχή | hanging together |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]hang together (en)