hang

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

hang (en)

  1. (μεταβατικό) κρεμώ
  2. (αμετάβατο) κρεμιέμαι
  3. (αμετάβατο) κρέμομαι
  4. (αμετάβατο) αιωρούμαι
  5. σεργιανώ, χαζεύω, περνάω τον καιρό μου χαλαρά για να ξεκουραστώ και να χαλαρώσω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hang (en)

  1. το κρέμασμα



Ουγγρικά (hu) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

hang 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hang (hu)