hang

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

hang (en)

  1. (μεταβατικό) κρεμώ
  2. (αμετάβατο) κρεμιέμαι
  3. (αμετάβατο) κρέμομαι
  4. (αμετάβατο) αιωρούμαι
  5. σεργιανώ, χαζεύω, περνάω τον καιρό μου χαλαρά για να ξεκουραστώ και να χαλαρώσω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hang (en)

  1. το κρέμασμα



Ουγγρικά (hu) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

hang 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hang (hu)