Μετάβαση στο περιεχόμενο

sit

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας sit
γ΄ ενικό ενεστώτα sits
αόριστος sat
παθητική μετοχή sat
ενεργητική μετοχή sitting
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

sit (en)

  1. (αμετάβατο) κάθομαι
    παράδειγμα  We were sitting together at school./We sat together at school.
    Καθόμασταν μαζί στο σχολείο.
    παράδειγμα  The child does not want to sit.
    Το παιδί δε θέλει να κάτσει.
    παράδειγμα  Don’t sit there!
    Μην κάτσεις εκεί!
  2. (αμετάβατο) στρώνω, πέφτω, για ρούχα που βρίσκονται σε μια συγκεκριμένη θέση
    παράδειγμα  The jacket sits well across your shoulders.
    Το σακάκι στρώνει καλά στους ώμους σου.
    παράδειγμα  The jacket doesn’t sits well across the shoulders.
    Το σακάκι δεν πέφτει καλά στους ώμους.
     συνώνυμα: fit,  και δείτε τη λέξη hang

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]