Μετάβαση στο περιεχόμενο

hang around

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας hang around
γ΄ ενικό ενεστώτα hangs around
αόριστος hung around
παθητική μετοχή hung around
ενεργητική μετοχή hanging around

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
hang around <  δείτε τις λέξεις hang και around

hang around (en)