hang around
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | hang around |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | hangs around |
| αόριστος | hung around |
| παθητική μετοχή | hung around |
| ενεργητική μετοχή | hanging around |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]hang around (en)
- (ανεπίσημο) χαζεύω, τεμπελιάζω, περιμένω κοντά σε ένα μέρος, χωρίς να κάνω πολλά
Men were hanging around on the street corners.
- Άνδρες στέκονταν (χάζευαν) στις γωνιές των δρόμων.
He hung around in bed all day.
- Τεμπέλιασε στο κρεβάτι όλη τη μέρα.
- ≈ συνώνυμα: hang about (βρετανικά αγγλικά), → και δείτε τη λέξη loiter
Πηγές
[επεξεργασία]- hang around - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 957. ISBN 9780194325684., λήμμα: χαζεύω