helt

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Δανικά (da) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

helt (da)



Μέσα Ολλανδικά (dum) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
ονομαστική helt helde
γενική helts helde
δοτική helde helden
αιτιατική helt helde

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

helt αρσενικό