hinge
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| hinge | hinges |
hinge (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | hinge |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | hinges |
| αόριστος | hinged |
| παθητική μετοχή | hinged |
| ενεργητική μετοχή | hinging |
hinge (en)
- κρεμάω κάτι με μεντεσέ
The door was hinged to the wall.
- Η πόρτα ήταν κρεμασμένη στον τοίχο με μεντεσέδες.
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- hinge (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- hinge (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 536. ISBN 9780194325684., λήμμα: μεντεσές