Μετάβαση στο περιεχόμενο

κλάπα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κλάπα οι κλάπες
      γενική της κλάπας των (κλαπών)
    αιτιατική την κλάπα τις κλάπες
     κλητική κλάπα κλάπες
Κατηγορία όπως «νότα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κλάπα < (ελληνιστική κοινή) κλάπα < γερμανική Klappe

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κλάπα θηλυκό

  1. μεταλλικό ή ξύλινο κομμάτι που χρησιμοποιείται σε ξυλοσυνδέσεις[1]
     συνώνυμα: μεντεσές
  2. (ελληνιστική κοινή) ξυλοπάπουτσο[1]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]