κλάπα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | κλάπα | οι | κλάπες |
| γενική | της | κλάπας | των | (κλαπών) |
| αιτιατική | την | κλάπα | τις | κλάπες |
| κλητική | κλάπα | κλάπες | ||
| Κατηγορία όπως «νότα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κλάπα < (ελληνιστική κοινή) κλάπα < γερμανική Klappe
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κλάπα θηλυκό
- μεταλλικό ή ξύλινο κομμάτι που χρησιμοποιείται σε ξυλοσυνδέσεις[1]
- ≈ συνώνυμα: μεντεσές
- (ελληνιστική κοινή) ξυλοπάπουτσο[1]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κλάπα
|
|
- 1 2 κλάπα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας