houppette

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

houppette < houppe

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
houppette houppettes

houppette θηλυκό

  1. μικρή φούντα (houppe)
  2. houppette à poudre - για το πουδράρισμα, το μακιγιάζ
     συνώνυμα: rosette
  3. (κατ’ επέκταση) (παρωχημένο) έμφραγμα της μήτρας που χρησιμοποιούνταν για την αντισύλληψη
    • Aussi est-il plus simple, sinon plus certain d'employer un obturateur utérin tel que la houppette, nommée aussi la rosette et l'absorbite. C'est un tampon composé de fils de soie blanche réunis en leur milieu, offrant une grande douceur au toucher, et qui ne se laisse traverser par aucun liquide. (Jean Marestan; « L'Éducation Sexuelle »; Éditions de la "Guerre Sociale" -1910)
     συνώνυμα: absorbite