ice
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ice < → λείπει η ετυμολογία
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ice (en)
- (μη μετρήσιμο) ο πάγος, νερό που έχει στερεοποιηθεί κάτω από την επίδραση χαμηλής θερμοκρασίας
There was ice on the windows.
- Είχε πάγο στα παράθυρα.
The lake was covered with a sheet of ice.
- Η λίμνη ήταν καλυμμένη με ένα στρώμα πάγου.
His hands were ice cold.
- Κρύα πάγος ήταν τα χέρια του.
- (μόνο ενικός, συνήθως the ice) ο πάγος, παγωμένη επιφάνεια στην οποία οι άνθρωποι κάνουν πατινάζ
People were skating on the ice.
- Ο κόσμος έκανε πατινάζ στον πάγο.
- (μη μετρήσιμο) ο πάγος που χρησιμοποιείται για να κρατήσει τα τρόφιμα και τα ποτά κρύα
Put a little ice in my ouzo.
- Βάλε λίγο πάγο στο ούζο μου.
- (παρωχημένο, ειδικά βρετανικά αγγλικά) το παγωτό (από το ice cream)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | ice |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | ices |
| αόριστος | iced |
| παθητική μετοχή | iced |
| ενεργητική μετοχή | icing |
ice (en)
- (μεταβατικό) γλασάρω ένα γλυκό
- (μεταβατικό) βάζω πάγο σε κάτι
Ice the sprained ankle to reduce the swelling.
- Βάλε πάγο στον στραμπουληγμένο αστράγαλο για να πέσει το πρήξιμο.