ice

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ice (en)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ice (en)

  1. (μεταβατικό) παγώνω κάτι (το βάζω στον πάγο)
  2. (αμετάβατο) παγώνω, γίνομαι πάγος
  3. (μεταβατικό) γλασάρω (ένα γλυκό)
    συνώνυμα: frost