παγωτό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το παγωτό τα παγωτά
      γενική του παγωτού των παγωτών
    αιτιατική το παγωτό τα παγωτά
     κλητική παγωτό παγωτά
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παγωτό < παγ- (< πήγνυμι) + (παραγωγική κατάληξη) -ωτό (ουδέτερο της κατάληξης -ωτός)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pa.ɣɔ.ˈtɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παγωτό

παγωτό ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]