inamic
Εμφάνιση
Ρουμανικά (ro)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]inamic (ro) αρσενικό
- ο εχθρός
Κλίση
[επεξεργασία] κλίση του inamic
| ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| αόριστη άρθρωση | οριστική άρθρωση | αόριστη άρθρωση | οριστική άρθρωση | |
| ονομαστική | un inamic | inamicul | nişte inamici | inamicii |
| γενική | a unui inamic | inamicului | a unor inamici | inamicilor |
| δοτική | unui inamic | inamicului | unor inamici | inamicilor |
| αιτιατική | un inamic | inamicul | nişte inamici | inamicii |
| κλητική | — | - | — | - |