jaded

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

/ˈdʒeɪdɪd/, /ˈjā-dəd/

Ετυμολογία en[επεξεργασία]

ύστερος 16ος αιώνας: jaded ( με την σημασία «επαίσχυντος, κακόφημος» ) < jade + -ed

Επίθετο[επεξεργασία]

jaded (en)

  1. μπουχτισμένος
  2. κουρασμένος
  3. καταπονημένος
  4. κακογερασμένος
  5. συναισθηματικά αναισθητοποιημένος
    Συνώνυμα: callous