κακογερασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κακογερασμένος κακογερασμένη κακογερασμένο
γενική κακογερασμένου κακογερασμένης κακογερασμένου
αιτιατική κακογερασμένο κακογερασμένη κακογερασμένο
κλητική κακογερασμένε κακογερασμένη κακογερασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κακογερασμένοι κακογερασμένες κακογερασμένα
γενική κακογερασμένων κακογερασμένων κακογερασμένων
αιτιατική κακογερασμένους κακογερασμένες κακογερασμένα
κλητική κακογερασμένοι κακογερασμένες κακογερασμένα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

/?/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

κακογερασμένος, , -ο < κακογερνώ, κακογερνάω + -σ- (από κακογέρασα) -μένος, -μένη, -μένο

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]