jako

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

jako < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική jako jakoj
αιτιατική jakon jakojn

jako (eo)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈjakɔ/
jako 

Open book 01.svg Πρόθεση[επεξεργασία]

jako (pl)

  1. σα, σαν, ως (για να δηλώσει το ρόλο, τη θέση την οποία κατέχει το υποκείμενο)
    pracuję jako kierowca - δουλεύω (σαν) οδηγός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

jako 

Open book 01.svg Πρόθεση[επεξεργασία]

jako (cs)

  1. σα, σαν, ως