Μετάβαση στο περιεχόμενο

jangle

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας jangle
γ΄ ενικό ενεστώτα jangles
αόριστος jangled
παθητική μετοχή jangled
ενεργητική μετοχή jangling

jangle (en)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη sound