Μετάβαση στο περιεχόμενο

largely

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
largely < large + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

largely (en)

  • σε μεγάλο βαθμός, κατά ένα μεγάλο μέρος
    παράδειγμα  His work was largely ignored and forgotten for 30 years.
    Το έργο του αγνοήθηκε σε μεγάλο βαθμό και ξεχάστηκε για τριάντα χρόνια.
    παράδειγμα  The Earth’s population is largely malnourished.
    Ο πληθυσμός της γης κατά ένα μεγάλο μέρος υποσιτίζεται.
     συνώνυμα: by and large