Μετάβαση στο περιεχόμενο

launder

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας launder
γ΄ ενικό ενεστώτα launders
αόριστος laundered
παθητική μετοχή laundered
ενεργητική μετοχή laundering

launder (en)