ligneux

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ligneux < λατινική lignosus

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /li.ɲø/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό ligneux ligneux
θηλυκό ligneuse ligneuses

ligneux (fr)

  1. (βοτανική) ξυλώδης, που αναφέρεται στη φύση του ξύλου
  2. (ιατρική) ξυλώδης, που είναι σκληρός σαν ξύλο