live on
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | live on |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | lives on |
| αόριστος | lived on |
| παθητική μετοχή | lived on |
| ενεργητική μετοχή | living on |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]live on (en)
- (αμετάβατο) ζω, που συνεχίζει να ζει ή να υπάρχει
- (μεταβατικό) περνάω με, τρώω ένα συγκεκριμένο είδος φαγητού για να ζήσω
- (μεταβατικό, ειρωνικό) ζω με κάποιο φαγητό, τρώω μόνο ή πολύ από ένα συγκεκριμένο είδος φαγητού
- (μεταβατικό) ζω με, περνάω με, έχω αρκετά χρήματα για τα βασικά πράγματα για να ζήσω
Πηγές
[επεξεργασία]- live on - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 692-695. ISBN 9780194325684., λήμμα: περνώ