Μετάβαση στο περιεχόμενο

live on

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας live on
γ΄ ενικό ενεστώτα lives on
αόριστος lived on
παθητική μετοχή lived on
ενεργητική μετοχή living on

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
live on <  δείτε τις λέξεις live και on

live on (en)

  1. (αμετάβατο) ζω, που συνεχίζει να ζει ή να υπάρχει
    παράδειγμα  The soul lives on after death.
    Η ψυχή ζει και μετά το θάνατο.
    παράδειγμα  His memory will always live on.
    Η μνήμη του θα ζει πάντα.
     συνώνυμα: live
  2. (μεταβατικό) περνάω με, τρώω ένα συγκεκριμένο είδος φαγητού για να ζήσω
    παράδειγμα  I can live on bread and water.
    Μπορώ να περάσω με ψωμί και νερό.
     συνώνυμα: live off
  3. (μεταβατικό, ειρωνικό) ζω με κάποιο φαγητό, τρώω μόνο ή πολύ από ένα συγκεκριμένο είδος φαγητού
    παράδειγμα  I live on pizza.
    Ζω με πίτσα.
     συνώνυμα: live off
  4. (μεταβατικό) ζω με, περνάω με, έχω αρκετά χρήματα για τα βασικά πράγματα για να ζήσω
    παράδειγμα  I live on my salary/my pension.
    Ζω με το μισθό μου/τη σύνταξη μου.
    παράδειγμα  He lives on very little.
    Ζει με πολύ λίγα.
    παράδειγμα  We can’t live on your salary alone.
    Δεν μπορούμε να περάσουμε μόνο με το μισθό σου.
     συνώνυμα:  δείτε το phrasal verb get by