long shot

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Από τη ναυτική γλώσσα: τα πυροβόλα των πλοίων ήταν απίθανο να βρουν το στόχο τους αν αυτός ήταν μακριά

Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

long shot (en)

  • επισφαλής μαντεψιά
  • κάτι το απίθανο να συμβεί ή να επιτύχει, χαμηλής πιθανότητας δυνητική-δυνάμενη επιτυχία