Μετάβαση στο περιεχόμενο

shot

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός shot
συγκριτικός more shot
υπερθετικός most shot

shot (en)

  • (ανεπίσημο, όχι πριν από το ουσιαστικό) χαλασμένος
    παράδειγμα  The brakes on this car are shot.
    Τα φρένα αυτού του αυτοκινήτου είναι χαλασμένα.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
shot shots

shot (en)

  1. ο πυροβολισμός, η βολή με πυροβόλο όπλο ή ο θόρυβος του
    παράδειγμα  a pistol shot/a shot with a pistol - πυροβολισμός με πιστόλι
    παράδειγμα  A shot rang out in the night.
    Ένας πυροβολισμός αντήχησε μέσα στη νύχτα.
    παράδειγμα  With each shot he got closer to the center of the target.
    Με κάθε βολή πλησίαζε περισσότερο το κέντρο του στόχου.
  2. ο σκοπευτής, άνθρωπος που στοχεύει και πυροβολεί ένα όπλο με συγκεκριμένο τρόπο
    παράδειγμα  He’s a good/unremarkable shot.
    Είναι καλός/μέτριος σκοπευτής.
  3. η βολή, το σουτ, προσπάθεια να σκοράρει ένα γκολ ή έναν πόντο σε ένα παιχνίδι
    παράδειγμα  With a good shot, he broke the Panhellenic record.
    Με μια καλή βολή έσπασε το πανελλήνιο ρεκόρ.
    παράδειγμα  If the last shot went in, the match would go into overtime.
    Αν έμπαινε το τελευταίο σουτ, ο αγώνας θα πήγαινε στην παράταση.
  4. η λήψη, το πλάνο, η φωτογραφία
    παράδειγμα  This image is a shot of the city from a mountain.
    Αυτή η εικόνα είναι μια λήψη της πόλης από ένα βουνό.
    παράδειγμα  We need a wide shot of the team so everyone can be seen.
    Χρειάζομαι ένα μακρινό πλάνο της ομάδας, για να φαίνονται όλοι.
  5. (κινηματογράφος) η λήψη, το πλάνο, μία σειρά συνεχόμενων καρέ
    παράδειγμα  The final shot of the movie was very moving.
    Η τελευταία λήψη της ταινίας ήταν πολύ συγκινητική.
    παράδειγμα  The shot where the main characters meet on the beach was stunning.
    Το πλάνο όπου οι πρωταγωνιστές συναντιούνται στην παραλία ήταν εκπληκτικό.
    παράδειγμα  In this wide shot, we can see the entire landscape.
    Σε αυτό το μακρινό πλάνο, μπορούμε να δούμε όλο το τοπίο.
    παράδειγμα  A close shot/close-up of his face made the scene more dramatic.
    Ένα κοντινό πλάνο στο πρόσωπό του έκανε τη σκηνή πιο δραματική.
  6. η μπηχτή, παρατήρηση ή ενέργεια που στρέφεται εναντίον κάποιου ή κάτι με το οποίο διαφωνώ ή ανταγωνίζομαι
    παράδειγμα  His remark was a shot at me.
    Η παρατήρηση ήταν μπηχτή για μένα.
    παράδειγμα  My comments are not shots at you.
    Οι παρατηρήσεις μου δεν στρέφονται εναντίον σου.
  7. (συνήθως ενικός, ανεπίσημο) η προσπάθεια, η ευκαιρία, η πράξη του να προσπαθώ να κάνω ή να πετύχω κάτι
    παράδειγμα  I will give it my best shot.
    Θα κάνω την καλύτερή μου προσπάθεια.
    παράδειγμα  This is your last shot.
    Αυτή είναι η τελευταία σου ευκαιρία.
    παράδειγμα  Let me also have a shot at it.
    Για να δοκιμάσω κι εγώ.
    παράδειγμα  Let me have a shot at solving it.
    Για να δοκιμάσω να το λύσω.
  8. (ανεπίσημο, ειδικά αμερικανική σημασία) η ένεση, η έγχυση διαλύματος φαρμακευτικής ουσίας μέσα στο σώμα μας, με σύριγγα
    παράδειγμα  a shot of morphine - ένεση μορφίνης
    παράδειγμα  I had/got a shot (myself).
    Έκανα ένεση (ο ίδιος).
    παράδειγμα  I am giving someone a shot.
    Κάνω ένεση σε κάποιον.
    παράδειγμα  They had to give him a second shot to not be in pain.
    Χρειάστηκε να του κάνουν και δεύτερη ένεση για να μην πονάει.
    παράδειγμα  He’s afraid of shots.
    Φοβάται τις ενέσεις.
     συνώνυμα: injection
  9. (ανεπίσημο) το σφηνάκι
    παράδειγμα  We drank three shots of whiskey.
    Ήπιαμε τρία σφηνάκια ουίσκι.

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

shot (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

shot (fr) αρσενικό