shot

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
shot shots

shot (en)

  1. πυροβολισμός
  2. ευκαιρία, προσπάθεια
  3. (κινηματογράφος) μία σειρά συνεχόμενων καρέ, λήψη ή πλάνο
  4. ένεση, εμβόλιο

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

shot (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος shoot
    "έριξα", "χτύπησα", "βάρεσα" ένεση, βολή, στόχο, ηχηρή πορδή