malta
Εμφάνιση
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- malta < λατινική maltha < αρχαία ελληνική μάλθα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| malta | malte |
malta (it)
| ενικός | πληθυντικός |
| malta | malte |
malta (it)