merit

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
merit merits

merit (en)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας merit
γ΄ ενικό ενεστώτα merits
αόριστος merited
παθητική μετοχή merited
ενεργητική μετοχή meriting

merit (en)

  1. αναγνωρίζω την αξία σε κάποιον/κάτι, εκτιμώ (με την σημασία θεωρώ άξιο/άξια)
  2. αξίζω