προσόν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προσόν προσόντα
γενική προσόντος προσόντων
αιτιατική προσόν προσόντα
κλητική προσόν προσόντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσόν < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής προσών του ρήματος πρόσειμι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾɔ.ˈsɔn/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προσόν ουδέτερο

  1. κάθε ιδιότητα ή ικανότητα που αποκτά κάποιος είτε με τη μόρφωσή του είτε από τη φύση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πλεονέκτημα, προτέρημα
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: μειονέκτημα
  2. (πληθυντικός) όλα τα εφόδια που είναι απαραίτητα για την πραγματοποίηση ενός έργου ή την πρόσληψη κάποιου


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]