mordu

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

mordu, μετοχή του mordre

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /;;;/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό mordu mordus
θηλυκό mordue mordues

mordu (fr)

  1. δαγκωμένος
  2. ερωτευμένος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό mordu mordus
θηλυκό mordue mordues

mordu (fr)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: fervent, (οικείο) fanatique, fou, toqué

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: mordre

Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

mordu (eo)

  • προστακτική του ρήματος mordi